ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Νύχτα Πέμπτης, 4 Δεκεμβρίου 1997, Φαραντάτων 41, Γουδί, κόσμος, καπνός, γέλια, ποτήρια, πρόσωπα, φίλοι, οι απροσδιόριστοι ήχοι μιάς μπάντας που παίρνει θέση πίσω από τα όργανα, τα φώτα που σκοτεινιάζουν πάνω απ’το κοινό, μιά τελευταία γουλιά κι ύστερα το ποτήρι στην άκρη της ξύλινης σκηνής, όλοι έτοιμοι, η μπακέτα μετράει un, dos, undos tres, και το πρώτο live των Tierra Brava στον μάταιο τούτο κόσμο ξεκίνησε έτσι ακριβώς (σας το λέω εκ πείρας), παραδίδοντας στην κρίση των φιλόμουσων και στην αγκαλιά της ιστορίας την μακροβιότερη ορχήστρα salsa  στην σύντομη ιστορία του είδους στην χώρα μας, που άρχισε εκεί και τότε και καταλήγει στο πρώτο CD τέτοιας μουσικής ηχογραφημένο εν Ελλάδι, το οποίο θα κυκλοφορίσει σύντομα σε μία ακόμη παραγωγή του PALENQUE.

Αλλά αν οι Tierra Brava τυπικώς γεννήθηκαν, ως μουσική οντότητα με σύνθεση οκτώ ατόμων, εκείνο το μακρινό φθινόπωρο του 97 και στρώθηκαν στις πρόβες σε καπνισμένα στούντιο, θαμμένα σε υπόγεια παλιών πολυκατοικιών της περιφέρειας Αθηνών (το στόρυ της ντόπιαςsalsa δεν διαφέρει από τα αντίστοιχα άλλων μουσικών στυλ), όποιος ψάξει τις πραγματικές ρίζες της μπάντας και του μελωδικού φορτίου της πρέπει να κάνει ένα άλμα χιλιάδων χιλιομέτρων νοτιοδυτικά και τριαντατριών χρόνων παλιότερα, γιά να πατήσει στην σπασμένη άσφαλτο της φτωχογειτονιάς San Miguel, στο Santiago της Χιλής του 1964, όπου οAlejandro Diaz Corvalán είδε το πρώτο φως, ο πιό μικρός από οκτώ αδέλφια. Δεκαετίες προτού προκύψει βασικός συνθέτης, τραγουδιστής, εκ των πραγμάτων επικεφαλής των Tierra Brava και κάτοικος Αθηνών, ο “Ale” έπαιζε μπάλα, ξύλο και κιθάρα στα σοκάκια και τις αλάνες του χιλιάνικου μαχαλά, μόλις δύο δρόμους από τη μυθική Panamericana, τη λεωφόρο που διατρέχει ολόκληρη την ήπειρο, περνάει από βουνά, ερήμους, ζούγκλες, πάγους και, σε εκείνο το σημείο, τέμνει το Santiago στην σχεδόν κάθετη πορεία της. Μεγαλώνοντας, όμως, σε μιά δύσκολη εποχή της Χιλής (και της Λατινικής Αμερικής εν γένει), ο Alejandro είδε, την πικρή μέρα του 1973, τον στρατηγό Augusto Pinochet να στήνει την χώρα στον τοίχο με τα χέρια πίσω απ΄το κεφάλι κι ύστερα, τα αδέλφια του να φεύγουν, ένας ένας, από την Χιλή, άλλοι καταζητούμενοι κι άλλοι πιθανοί επόμενοι στόχοι. Το ίδιο κι ο Ale, στα 15 του, με προορισμό μιά νέα πατρίδα που, ακόμα τότε, δεχόταν πρόθυμα τους πολιτικούς πρόσφυγες, την πάλαι ποτέ φιλελεύθερη Γαλλία.

Εκεί έζησε ως το 1988, οπότε η μοίρα και ο έρωτας τον έστειλαν να ριζώσει οριστικά στο ημεδαπό Χαλάνδρι, και να βρει τα προς το ζην με μόνο εφόδιο την τέχνη που έμαθε στους δρόμους δύο ηπείρων : τη μουσική. Αυτοδίδακτος στα πάντα, ταλαντούχος σ’ όλα και καλλίφωνος εκ γενετής, οAlejandro έμαθε να παίζει κιθάρα, μπάσο, tres, τα έγχορδα και τις φλογέρες των ‘Ανδεων, κι όλα τα latin κρουστά, γεγονός που του εξασφάλισε αυτομάτως μία θέση στο παλιότερο (και τότε μοναδικό) ελληνικό latinσχήμα, που ήταν βέβαια οι Apurimac. Στα χρόνια που ακολούθησαν, έπαιξε μαζί τους σ’ όλη την ελληνική επικράτεια ως μουσικός και συν – τραγουδιστής, ενώ παράλληλα, στην αρχή στο γόνατο κι ύστερα πιό συστηματικά, άρχισε να γράφει μικρά, ολόδικα του τραγούδια, κάποια απ΄τα οποία συμπεριλήφθηκαν στους πρώτους δίσκους των Apurimac.

Καθώς η δεκαετία του 90 βάδιζε περαιτέρω, στην Αθήνα προστέθηκε μία επιπλέον νυχτερινή συνιστώσα : η latin χορευτική μουσική απέκτησε τα πρώτα της στέκια και τον ιδρυτικό πυρήνα πιστού κοινού, ενώ από τα διάφορα λατινοαμερικάνικα ιδιώματα, φάνηκε εξ αρχής πως η salsaκαταλάμβανε ηγεμονική θέση στο γούστο αυτού του κόσμου. Εγγόνι της κουβανέζικης παραδοσιακής μουσικής και θετό τέκνο των λατίνων της Νέας Υόρκης και των “barrios” του Πουέρτο Ρίκο και της Καραϊβικής, συνδυάζοντας την αφρο-κουβανική ρυθμολογία, τις λοιπές latin επιρροές, την jazz αρμονία και το ακαταμάχητο χορευτικό τέμπο, η salsa αποτέλεσε όχι μόνο μία από τις δημοφιλέστερες ισπανόφωνες μουσικές διεθνώς αλλά και το στυλ που ο Alejandro ένιωσε, εξ αρχής, πως του ταίριαζε περισσότερο γιά να εκφραστεί δημιουργικά.

Ετσι, η έγερση μιας “salsa κατάστασης” στην Αθήνα, περί τα μέσα του 90, επέτρεψε (ή επέβαλλε) την εμφάνιση μουσικών σχημάτων με ξεκάθαροsalsa προσανατολισμό, ανάμεσα στα οποία σημαντικότερο ήταν, ασφαλώς, το Grupo Conga. Ο Ale πήρε την θέση του σ’ εκείνη την πρωτοπόρα μπάντα με τα bongos ανάμεσα στα γόνατα, όταν όμως το πλήρωμα του χρόνου σήμανε την διάλυση των Conga, φθινόπωρο του 97, η ιδέα μιάς νέας salsa μπάντας έπεσε στο τραπέζι από τους σαξοφωνίστες της υπό διάλυση ορχήστρας, Δημήτρη Καραγιάννη και Κώστα Βαζούρα, με φυσικό αποδέκτη της ιδέας τον Alejandro. Η ειδοποιός διαφορά, ωστόσο, ήταν πως το νέο γκρουπ θα βασιζόταν στην μουσική και τα τραγούδια του Ale, που, πιά, είχαν εξελιχθεί τόσο ώστε να σχηματίζουν άνετα ένα γερό, στέρεο και, κυρίως, ποιοτικό salsa ρεπερτόριο. Σεραφείμ Μπέλλος, Παναγιώτης Παυλόπουλος, Lucas Rodrigues, Παναγιώτης Ανδρέου και ο υπογράφων συμπλήρωσαν την πρώτη – πρώτη σύνθεση του γκρουπ, που, χωρίς σαμπάνιες αλλά με ρούμι γιά όλους, βαφτίστηκε Tierra Brava, το οποίο σημαίνει «άγρια, θυμωμένη γη» και οι συνειρμοί με το λατινοαμερικάνικο κεκτημένο είναι, νομίζω, παραπάνω από εμφανείς. Συν τω χρόνω, το δυναμικό των Tierra Brava αποκρυσταλλώθηκε στην τωρινή του σύνθεση, με τους Παντελή Μπενετάτο, Pedro Fabian, Γιώργο Βασιλείου, Λεωνίδα Πλιάτσικα και Μάκη Σκληρό και να πλαισιώνουν το ιδρυτικό τρίο των Diaz – Καραγιάννη – Βαζούρα και τη μουσική που περιέχεται σε αυτό το CD να συμπυκνώνει όχι μόνο την ιστορία των Tierra Brava αλλά και την ουσία της τέχνης τους και της άποψης τους περί μουσικής.

Σε (σχεδόν) όλα αυτά τα τραγούδια που θ΄ακούσετε, ο Alejandro έχει γράψει τη μουσική, τους στίχους και την ενορχήστρωση, κυριολεκτικά με «το αυτί» (αυτοδίδακτος γαρ) και, κατά την πολύ προσωπική μου γνώμη, εξαιρετικό ταλέντο. Στις αποσκευές του δημιουργικού του οίστρου, οι επιρροές της παλιάς, κλασικής και αξεπέραστης salsa των 70s, οι απόηχοι θρυλικών καλλιτεχνών όπως οι Ray Barretto, Ruben Blades, CheoFeliciano, Hector Lavoe, αλλά και τα τοπία, οι νότες κι οι εικόνες της Νότιας Αμερικής, της σκιάς των ‘Ανδεων, του πολιτικού τραγουδιού και της φτωχογειτονιάς του Santiago που μεγάλωσε. Κι αν οι μεγάλοι salseros της Νέας Υόρκης και του Πουέρτο Ρίκο έχουν παράσχει το μουσικό πλαίσιο, οι ιστορίες των τραγουδιών που ο Ale διηγείται εκκινούν ακριβώς από τα προσωπικά του βιώματα και καθρεφτίζουν σπαράγματα της ζωής και πράγματα που έχει ο ίδιος δει ή περάσει – μνήμες των δρόμων, των αδελφών, των φίλων, των γειτόνων, των μικρών στιγμών και των μεγάλων καταστάσεων – με άλλα λόγια, αληθινά πράγματα, κεφάλαια μιάς αυτοβιογραφίας συνοδεία κιθάρας ή πλήρη αφρο-κουβανέζικου ρυθμού.

Αλλά το αυτοβιογραφικό στοιχείο δεν ενυπάρχει μόνο στις προσωπικές συνθέσεις του Alejandro, μα και στις διασκευές του άλμπουμ : το “Vasija deBarro”, για παράδειγμα, σύνθεση του Benitez Valencia (από το Εκουαδόρ) και προσωπική επιτυχία του μεγάλου αργεντίνου Atajualpa Yupanqui, πατέρα του τραγουδιού διαμαρτυρίας στη Λατινική Αμερική, αντανακλά τον ψυχισμό κάθε λατινοαμερικάνου με μνήμη και συνείδηση, ενώ, στο άλλο άκρο, το “Trigono” ανατρέχει στις τεχνικολόρ εικόνες της δεκαετίας του 60, στις παιδικές αναμνήσεις απομεσήμερων στη Χιλή και στις μέρες που ο τροβαδούρος του απελπισμένου έρωτα, Sandro, μεσουρανούσε στα τρανζίστορ κάθε ισπανόφωνου νοικοκυριού κι οι εμφανίσεις του, στη σκηνή ή στην οθόνη, παρήγαγαν έξαψη, μελόδραμα, υστερία και δάκρυ μαζικά. Ακόμα, στο παλιό τετράδιο με τα ποιήματα του αδελφού του, Victor Diaz, oAlejandro «είδε» δύο δυνατά κομμάτια, εμπνευσμένα από κοινές (στ΄αδέλφια) παραστάσεις, τα ενορχήστρωσε α λα salsa και παρέδωσε έτοιμες δύο απ΄τις πιό φορτισμένες στιγμές του δίσκου : “Veredas” και “Manos Limpias”.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, έχετε μπροστά σας δεκατέσσερα τραγούδια σ’ ένα ανεξάρτητο CD, που συνιστούν αφ΄ενός την πληρέστερηlatin πρόταση που γράφτηκε στην Ελλάδα, αφ΄ετέρου ένα αυτοδύναμο, ξέχωρα από κάθε στυλιστική ταμπέλα, μεστό καλλιτεχνικό έργο, του οποίου η μελωδία, η ενορχήστρωση, η στιχουργία και η αλήθεια στέκουν, στα δικά μου μάτια κι αυτιά, σε πολύ ψηλό επίπεδο. Αυτή, φίλοι, είναι η μουσική τουAlejandro Diaz και των Tierra Brava. Φτιάχτηκε με αγάπη, συνείδηση, μνήμη και καρδιά. Απ΄όπου κι αν ξεκινάει το ταξίδι καθενός μας, πρόκειται γιά αλάνθαστα, οικουμενικά υλικά.

Leave Comment